σπίτι αρχιτεκτονική διακόσμηση τέχνες πρόσωπα αρχιτέκτονες διακοσμητές διακοσμητικά άρθρα θέσεις προτάσεις




caneplex
lacomar pisani



ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΑΠΕΤΑΝΟΣΠΙΤΟ
Αναπαλαίωση, αξιοποίηση
Καπετανόσπιτο στο Γαλαξείδι

Την εποχή της συστάσεως το νέου Ελληνικού κράτους μετά την επανάσταση η οικονομικά ισχυρή τάξη της χώρας ήταν οι έμποροι οι οποίοι εξ' ορισμού υπήρξαν ναυτικοί από τη στιγμή που ο μόνος δρόμος του εμπορίου ήταν η θάλασσα. Οι θαλάσσιοι δρόμοι ήταν αυτοί που έφεραν κοντά για αιώνες γειτονικούς λαούς διαμορφώνοντας έναν ολόκληρο πολιτισμό στα παράλια της Μεσογείου. Το Γαλαξείδι, φυσικό προστατευμένο λιμάνι, ήταν ένα από τα κέντρα εμπορίου εκείνη την εποχή, ταυτόχρονα με άλλες νησιωτικές και παραθαλάσσιες πόλεις με μεγάλες εμπορικές σχέσεις με τη γειτονική Ιταλία και φυσικά την Βενετία η οποία υπήρξε η πρωτεύουσα της Μεσογείου και το φυσικό όνειρο κάθε νέου ναυτικού. Η επιρροή της Βενετίας και της Ιταλίας γενικότερα δεν υπήρξε μόνο αρχιτεκτονική. Η κατοχή εκ μέρους των Γενοβέζων ολόκληρων νησιών για αιώνες επηρρέασε τις συνήθειες, τον τρόπο ζωής και την γλώσσα. Ο Κοραής σημείωνε ότι εκείνα τα χρόνια το 70% των λέξεων της καθομιλουμένης ήταν ιταλικές. Βεβαίως και η ίδια η Βενετία διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό από τους Έλληνες, οι οποίοι ήταν εξ ανέκαθεν οι παραδοσιακοί έμποροι της Μεσογείου με δικά τους λιμάνια ήδη από την εποχή της αρχαιότητας (Μασσαλία κλπ). Ειδικά όμως μετά την πτώση της βασιλεύουσας, ολόκληρη σχεδόν η αστική τάξη της Κωνσταντινούπολης μετώκησε στη Βενετία, η οποία από κει και στο εξής έγινε η νέα ναυτική πρωτέυουσα. Τα ¨καπετανόσπιτα" είναι ένας πολύ κοινός τύπος πλούσιου ναυτικού σπιτιού σε όλα τα παράλια της Μεσογείου. Στην Ελλάδα απαντώνται σε όλες ανεξαίρετα τις νησιωτικές και παραθάλλάσσιες πόλεις. Το σπίτι αυτό ανήκει σε αυτή την κατηγορία και είναι ένα τυπικό δείγμα της. Χτίστηκε το 1850 από οικογένεια πλοιοκτητών. Η χρονολογία κατασκευής του συμπίπτει με την εποχή της μεγάλης εμπορικής ακμής του Γαλαξειδίου. Τα υλικά κατασκευής του είναι η πέτρα και η θηραϊκή γή (μίξη ηφαιστεικής τέφρας με ασβέστη).


.

Το τσιμέντο, παρότι γνωστό ήδη από την Ρωμαϊκή εποχή, δεν εχρησιμοποιείτο αφού η Σαντορίνη έδινε έτοιμο υλικό. Τα σπίτια αυτά υπήρξαν αυτόνομες οργανωμένες μονάδες, με αποθήκες, στέρνες κλπ και αναπτύσσονταν σε δυό ή τρείς ορόφους. Ο δεύτερος όροφος του συγκεκριμένου σπιτιού είναι ενιαίος -ένα αρχαίο open plan- αλλά όχι για αισθητικούς λόγους. Το "averto" (αυτή είναι η παλιά του ονομασία) χρησιμοποιήθηκε σαν σαλόνι - καθιστικό αλλά και σαν χώρος για την επισκευή των πανιών. Μάλιστα ακόμα και σήμερα υπάρχουν δύο κρίκοι για το τέντωμα τους. Στον υπόγειο χώρο, (απ τη μιά μεριά ισόγειο, γιατί το έδαφος ειναι επικλινές) ήταν η στέρνα που μαζεύονταν τα νερά της βροχής και ένα μικρό πατητήρι για κρασί. Όταν το σπίτι αγοράστηκε το 2001 από τους σημερινούς του ιδιοκτήτες ηταν επισκευασμεένο και πολύ προσεκτικά διατηρημένο. Οι ίδιοι βρέθηκαν να κατοικούν σε ένα ζωντανό κομμάτι της ιστορίας και φυσικά το αντιμετώπισαν με μεγάλο σεβασμό. Οι ίδιοι λένε για το σπίτι τους: "Εμείς το σεβαστήκαμε και το διατηρούμε όσο μπορούμε καλύτερα. Φυσικά ειναι ένα ξεχωριστό σπίτι από όλες τις πλευρές. Ειναι πάνω από το κεντρικό λιμάνι με απίθανη θέα και προσανατολισμό. Θαυμαζει κανείς το λιμάνι, το δάσος, τα ωραία σπίτια και το μάτι φτάνει στον Παρνασσό, τους Δελφούς, το Χρυσό και την Ιτέα. Από την άλλη πλευρά βλέπει το λόφο με το μοναστήρι , το πράσινο της ελιάς, τα πουρνάρια και τα πεύκα. Ευχαριστούμε το Θεό που μας το έφερε καθώς ήταν καθαρά τυχαία η αγορά του. Το χαιρόμαστε και το απολαμβάνουμε και εμείς, αλλά και οι φίλοι μας".

Κείμενο - Φψτογραφίες: Λευτέρης Μιαούλης- Κυριακή Ντοβίνου