σπίτι αρχιτεκτονική διακόσμηση τέχνες πρόσωπα αρχιτέκτονες διακοσμητές διακοσμητικά άρθρα θέσεις προτάσεις




caneplex
lacomar pisani



η ποικιλία μιας διαδρομής
αρχιτέκτονας: Λαϊκός, ανώνυμος, δημώδης
αυθαίρετα
Κατεβαίνοντας προς την γειτονιά του Αη Γιώργη δεν ήξερα ακόμα τι ήταν εκείνο που με τραβούσε πρός τα εκεί. Μήπως τα υλικά τα ατάκτως συντεθιμένα σε σπίτι; Αλλά πάλι όχι. Η λογική ήταν παρούσα παντού. Ταρατσοπαράγκα απο φύλλα αμιαντοτσιμέντου (υλικό απαγορευμένο σε όλο τον κόσμο) με λαμαρίνα ωμή για επιστέγασμα. Κι απ έξω μια ψησταριά, κάτι καφάσια, ξύλα παλιά και εργαλεία και μια "κρεβατίνα" εκεί που θα κουμπήσει να κοιμηθεί η κληματαριά την άνοιξη.
αυθαίρετα
Το χωράφι στην ταράτσα σκέφτηκα κι όχι άδικα αφού το διαμήκες σαν τραίνο σύνολο είχε καταλάβει κάθε διαθέσιμο εμβαδό του μικρού οικοπέδου. Μια κουζίνα εξωτερική -άλλο δωμάτιο- μια στέγη που ένωνε τους δυό όγκους κι ένας μουσαμάς για τον βοριά -και τα βορεινά βλέμματα- το μεγαλείο της μέσα έξω ζωής με τρόπο σχεδόν νησιώτικο στη μέση μιας πόλης.
αυθαίρετα
Πιό κάτω τα πράγματα είχαν πάει λίγο καλύτερα από οικονομική άποψη. Η μια αδελφή είχε πιό πολλά λεφτά από την άλλη κι άλλαξε την πόρτα σε αλουμίνιο. Κι η κάτω όμως έβαψε το σπίτι κι έγβαλε και παγκάκι για τη γριά που κάθεται τ' απόγευμα. Τα δυό πατάκια θυμίζουν το διττό της ύπαρξης.
αυθαίρετα
Σπίτι μικρό, πλην μερακλίδικο, -έστω- με την προφανή ελληνική υπηκοότητα να ανεμίζει πάνω σε τσιμεντοκολώνα καλουπωμέμνη σε σκατοσωλήνα Φ22 πρίν 22 χρόνια. Το κάγκελο μασσσίφ (δεν θα χαλάσει ποτέ) και ευφυές κι ένα τετράγωνο σπίτι με σκιασμένο κατάστρωμα όπου βγαίνουν τα φαγητά και τα κεράσματα.
αυθαίρετα
Η σκάλα της θειάς Βασιλικής τυλιγει το γκαράζ που δεν έχει μέσα αυτοκίνητο και για αυτό ένα μουσαμαδάκι το μετετρέπει προσωρινά σε αποθηκούλα. Η λεμονιοά είναι πάντα γεμάτη λεμόνια. Ο καθένας από την γειτονιά μπορεί να φτάσει ένα λεμόνι για το αυγολέμονο άν ξέχασε να αγοράσει κάποια μέρα.
αυθαίρετα
Εντάξει ο έγγονας μεγάλωσε αλλα΄πότε πότε έρχεται και πάιζει με την αυτοσχέδια κούνια, καρεκλίτσα του γύφτου κι ένα σκοινί ανάμεσα στους πανσέδες, τις βιολέτες και τα ζουμπούλια, κάτω απ τα σταφύλια τα κόκκινα.
αυθαίρετα
Η ταράτσα που πετάει και το αέτωμα χωρίς τον Παρθενώνα, βεράντα κλεφτή προστατευμένη, να μονώσει και την από κάτω κάμαρη και να προσφέρει θέα και αέρα από τα ψηλά καθώς το κρασί έρχεται άφθονο και οι μυρωδιά από τηγανητά καλαμαράκια σκορπίζει στο διάστημα.
αυθαίρετα
Το σπίτι του Αλέκου στη ταράτσα γιατί ήθελε να διαβάζει με την ησυχία του κι ένα βράδυ ο πατέρας πήρε κάτι φύλλα πολυού σάντουιτς στην αλουμίνα και τόστησε στο τσακ μπάμ που σηκωθήκανε το πρωΐ οι γείτονες και νομίσανε ότι τηλεμεταφέρθηκαν σε ερευνητικό σταθμό της ανταρκτικής.
αυθαίρετα
Οι φοίνικες, τα βάγια και το λεπτό λευκό λουλουδάκι έκαναν την είσοδο της κυρά Δημητρούλας ρωμαϊκή σχεδόν θριαμβική. Ένοιωθε μιαν ανάταση ψυχής κάθε φορά που γύριζε με τις σακούλες από τα ψώνια κι είχε πολλές φορές σκεφτεί ότι θα πρέπει να είχε μια καταγωγή, κάποια σχέση με το ιστορικό παρελθόν και τη λαμπρότητα των ημερών του βυζαντίου.
αυθαίρετα
Το σπίτι του Ανέστη δε πήγε καλά. Κατ' αρχή δε τέλειωσε ποτέ κι ο Ανέστης ενυμφεύθη κάποια Ταϋλανδή, Φιλιππίνα κάτι τέτοιο τότες με τα καράβια κι έμεινε κάπου αλλού. Ήτανε λέει γρουσούζικο το σπίτι αυτό και όλη την γκαντεμια την έκανε η λάθος μετώπη πάνω από την πόρτα. Αντί να σε προστατεύει από την βροχή, το ανήκουστο τριγωνικό σχήμα της σε έκανε μούσκεμμα μέχρι να βάλεις το κλειδί στην πόρτα.
αυθαίρετα
Η σύνθεση μιας διαίρεσης. Χώρια, αλλά μαζί για πάντα. Η εξ αδιαιρέτου ζωή σε δυόμισι δωμάτια με κήπο. Όμορφο. Περιποιημένο. Ελεύθερο.
Θυμάμαι τότε που είχανε τσακωθεί. Από την μιά μεριά άπλωνε η Αρχοντούλα κι απ την άλλη η Μερόπη. Μετά βγαίνανε στα μπαλκονάκια μαζί, σα κόρες σε λιμάνι που αποχαιρετούν τα πλοία. Ο Μικές κι ο Αντρέας μπαίνανε σοβαροί κι αμίλητοι στις δυό πόρτες χωρίς ποτέ να κοιτάξει ο ένας τον άλλον. Λέγανε όμως ότι τους βλέπανε συχνά στο λιμάνι να πίνουνε ούζα και να γελάνε με τα καμώματα των δυό αδελφάδων.
αυθαίρετα
Μετά αντίκρυσα το σπίτι της Μοσχούλας που όταν γέρασε μια φορά που ήρθε ο γυιός απο την Αθήνα, χειμώνας με κρύο, έπιασε και της έφτιαξε ένα κλειστό πέρασμα να πηγαίνει στο αποχωρητήριο χωρίς να κρυώνει τα βράδυα. Η Μοσχούλα έχει φύγει χρόνια τώρα και μείνανε τα νοβοπάν να σέπονται στις υγρασίες.
αυθαίρετα
Ο Παναγιώτης με το χαγιάτι που ακουμπάει στην αποθήκη -τι ωραία που έχουμε περάσει σε αυτή την αυλή- είχε τον μπατζανάκη του μωσαϊκατζή κι ήρθε αυτός μια φορά κι έριξε το τσιμεντάκι με το γαρμπίλι και κάτι ψηφίδες και δυό μέρες μετά τό τριψε με την μηχανή κι έκανε το πρώτο μωσαϊκό στη γειτονιά μας. Να φανταστείς τώρα ότι το πρώτο μωσαϊκό έγινε σε αυλή. Τα σπίτια μέσα ήτανε με το τσιμεντοπλακάκι ακόμα.
Τούτος ήταν σοβαρός, απόκοσμος λίγο, καλός τεχνίτης και ξεροκέφαλος. Έκανε μπετονιένια κρεβατίνα -τι χρειάζεται;- αλλά άλλοι λέγανε ότι ήτανε μούφα η δουλειά και ότι κάποια μέρα θα πέταγε από πάνω ένα στεγάδι κι έτσι θα διπλαδίαζε το σπίτι του. Δεν πρόκαμε όμως.
αυθαίρετα
Χόρτα άγρια πνίγουνε τον τόπο κι οι τσιμεντόλιθοι στέκουνε δε στέκουνε στο παλιό ξυλουργείο που το δεξί παράθυρο είχε για θέα τον απόπατο.
αυθαίρετα
Η πόλη κάτω απ' την πόλη λένε οι Λονδρέζοι κι οι Αθηναίοι για να δηλώσουν ότι υπάρχει άλλη μια πόλη από κάτω. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Αν αυτή η ενδιαφέρουσα προσέγγιση είναι αληθινή, τότε έδω μιλάμε για την πόλη πάνω από την πόλη. Σίδερα, αναμονές καρότσια, κοτέτσια, ηλιακοί, πέργκολες, κρεβατίνες, τέντες ανεμόμυλοι, ποδήλατα κια όλη η ομορφιά της προχειρότητας βρίσκεται στην πάνω πόλη.
Τώρα αυτός νηπιαγωγείο δεν έιχε ποτέ για να κάνει κήπο kindergarden. Λένε όμως ότι είχε πάει μετανάστης στη Γερμανία και εκεί το είδε και το έφερε και στην Ελλάδα. Άλλοι πάλι επιμένουν ότι δεν ήταν στην Γερμανία αλλά στην Γαλλία μετανάστης.
Ο Περικλής φύτεψε ένα λυόμενο στην ταράτσα. Σε 10 μέρες ήταν με το κλειδί στο χέρι. Αυτός ο όγκος του ποτέ δεν έδεσε με τη γειτονιά κι αυτη η στέγη του η φουσκωτή σαν big mac ένα πράγμα. Το κακό το διασκέδασε ο διπλανός που σε νέα οικοδομή ακολούθησε μέσες άκρες τις ίδιες γραμμές. Το κακό είναι ότι ενώ το λυόμενο έχει αρχίσει να σαπίζει και θα φύγει σύντομα, η νέα οικοδομή θα αργήσει πάρα πολύ να απέλθει.
αυθαίρετα
50 μέτρα πάρα κάτω τελείωσαν οι ποικιλίες και οι αναμνήσεις μιας γειτονιάς. Το κομμάτι αυτό μπήκε στο σκέδιο και κάτι βάρβαροι μπετεργολάβοι και μηχανικοί πλακώσανε να κάμουνε ποιοτική λαϊκή κατοικία και φυτέψανε 10 στρέμματα πολυκατοικία ακατέργαστη και γέμισε ο τόπος μια ησυχία μουγκή, μυρωδιές από κουζίνες, εξατμίσεις κι αποχετεύσεις. Οι άνθρωποι ζαλισμένοι απ τη τηλεόραση πήγανε και πήρανε δάνεια από τους άλλους βαρβάρους που τους ανήκει τώρα όλη η περιοχή και ψάχνουνε τα θύματα για να την ξεπληρώσουν
(οι χαρακτήρες είναι πάντοτε μυθιστορηματικοί).



φωτό και κείμενο: Λευτέρης Μιαούλης